GR | EN
Μονάδα Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής
Assisted Reproductive Technologies

Πριν ένα ζευγάρι χαρακτηρισθεί ως υπογόνιμο, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι ακόμα και αν το ζευγάρι αυτό έχει συστηματικά σεξουαλικές επαφές, δεν είναι καθόλου βέβαιο πως θα επιτύχει εγκυμοσύνη από τον πρώτο κιόλας μήνα προσπάθειας. Διάφορες στατιστικές έχουν αποδείξει πως, είτε από λάθος υπολογισμό των γόνιμων ημερών, είτε από απρόβλεπτες παρεκκλίσεις της ημέρας κατά την οποία συμβαίνει η ωοθυλακιορρηξία, είτε τέλος από απλή αποτυχία των διαδικασιών γονιμοποίησης ή/και εμφύτευσης, η πιθανότητα επίτευξης εγκυμοσύνης ανά μήνα προσπάθειας δεν υπερβαίνει το 25%. Η πιθανότητα αυτή ανέρχεται σε 57% μετά από 3 μήνες, σε 72% στο εξάμηνο, και σε 85-90% στο έτος. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μια ολιγόμηνη καθυστέρηση στην επίτευξη της εγκυμοσύνης μπορεί να είναι απολύτως 'αθώα'.

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας ένα ζευγάρι θα πρέπει να χαρακτηρίζεται ως υπογόνιμο όταν δεν έχει επιτύχει εγκυμοσύνη έπειτα από συντονισμένες προσπάθειες ενός έτους. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι σύμφωνα με τις πλέον πρόσφατες (Ιανουάριος 2008) κατευθυντήριες οδηγίες της Αμερικανικής Εταιρείας Αναπαραγωγικής Ιατρικής (ASRM), για τα ζευγάρια που η γυναίκα είναι άνω των 35 ετών, η διερεύνηση πιθανών αιτίων υπογονιμότητας θα πρέπει να ξεκινά στους 6 μήνες ανεπιτυχών προσπαθειών. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν και περιπτώσεις ζευγαριών όπου ανεξαρτήτως ηλικίας της γυναίκας, η παρουσία κάποιων ενδείξεων υποβάλει την αναζήτηση της συμβουλής του γυναικολόγου νωρίτερα από τα παραπάνω χρονικά όρια. Οι σημαντικότεροι από αυτούς τους παράγοντες είναι από την πλευρά της γυναίκας: οι έκδηλες διαταραχές του κύκλου (όπως εξαιρετικά σύντομοι ή επιμηκυσμένοι κύκλοι), το επίμονο βαθύ πυελικό άλγος κατά την σεξουαλική επαφή, οι ακραίες παρεκκλίσεις του σωματικού βάρους, διάφορες ενδοκρινολογικές διαταραχές (όπως, παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα, σακχαρώδης διαβήτης, και άλλες), ο έντονος δασυτριχισμός (δηλαδή ύπαρξη εκσεσημασμένης τριχοφυίας σε ‘ανδρικές’ περιοχές του σώματος), το ιστορικό σοβαρών λοιμώξεων των σαλπίγγων, η χρόνια λήψη φαρμάκων, και τέλος η ηλικία άνω των 38 ετών. Από την πλευρά του άνδρα αντίστοιχοι παράγοντες είναι το ιστορικό επεμβάσεων, τραυματισμών ή φλεγμονών στα γεννητικά όργανα, η έκθεση σε τοξικούς παράγοντες στον επαγγελματικό χώρο, η χρόνια λήψη φαρμάκων, ο αλκοολισμός και άλλοι σπανιότεροι.

Τα προβλήματα γονιμότητας είναι αρκετά συχνά στην σύγχρονη εποχή. Υπολογίζεται πως το 12-15% όλων των ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζουν πρόβλημα υπογονιμότητας. Το ποσοστό αυτό αυξάνεται καθώς μεγαλώνει η ηλικία της γυναίκας, η οποία και αποτελεί έναν ανεξάρτητο παράγοντα που επηρεάζει την πιθανότητα σύλληψης. Ετσι το ποσοστό υπογονιμότητας ενώ είναι 15% μεταξύ των γυναικών ηλικίας 30-35 ετών, ανέρχεται σε 31% στην ηλικία 35-40 ετών, και σε άνω του 60% σε ηλικίες άνω των 40 ετών, αντικατοπτρίζοντας έτσι την επίπτωση των διεργασιών γήρανσης στην ποιότητα των ωαρίων και την ομαλή λειτουργία της ωοθήκης. Αντίστοιχη επίδραση της ηλικίας του άνδρα στην ικανότητα γονιμοποίησης υφίσταται, αλλά εκδηλώνεται σε αρκετά μεγαλύτερες ηλικίες.